της μιας δραχμής τα γιασεμιά που μας πουλάνε τα παιδάκια

Στων ραντεβού την ερημιά

στα φτωχικά καφενεδάκια

της μιας δραχμής τα γιασεμιά

που μας πουλάνε τα παιδάκια

 

Μαθαίνουν τόσα μυστικά

που όταν χωρίζει κάθε ταίρι

μπαίνουν στον κόρφο βιαστικά

μην παραπέσουν ξαφνικά

σ' ένα αδιάκριτου το χέρι

 

Της μιας δραχμής τα γιασεμιά

λένε στα ξένοιαστα ζευγάρια

που απ' τις αγάπες τους καμιά

ποτέ δεν ζει πολλά φεγγάρια

 

Κι έχει μια μόνη ασκημιά

ο έρως που όλους περιπαίζει

πως για μια νέα γνωριμιά

της μιας δραχμής τα γιασεμιά

ξεχνιούνται απάνω στο τραπέζι

 

Της μιας δραχμής τα γιασεμιά

λένε στα ξένοιαστα ζευγάρια

που απ' τις αγάπες τους καμιά

ποτέ δεν ζει πολλά φεγγάρια

 

Κι έχει μια μόνη ασκημιά

ο έρως που όλους περιπαίζει

πως για μια νέα γνωριμιά

της μιας δραχμής τα γιασεμιά

ξεχνιούνται απάνω στο τραπέζι



Τάδε έφη και τραγούδησε πριν καμιά εβδομηνταριά χρόνια ο Αττίκ. Ήταν το 1939, παραμονές του πολέμου, η Μεγάλη Ύφεση είχε κάνει ήδη τον γύρο του κόσμου αφήνοντας ερείπια και γεννώντας τέρατα, ο Χίτλερ είχε ήδη εισβάλει στην Πολωνία, ο Μουσολίνι είχε καταλάβει την Αλβανία, η Ελλάδα ζούσε στον απόηχο της χρεοκοπίας του 1932 και στην ακμή της μεταξικής δικτατορίας, μ' έναν ευρωπαϊσμό ταλαντευόμενο ανάμεσα στους Άγγλους και τον φασιστικό άξονα. Αλλά ζούσε με τη δραχμή και τα γιασεμιά της. 
Ο Αττίκ έδωσε λυρική υπόσταση στο νόμισμα που λίγα χρόνια μετά έμελλε να εξευτελιστεί εντελώς από τις δυνάμεις κατοχής (οι Γερμανοί, ως γνωστόν, τότε ΔΕΝ ήταν τότε φίλοι μας...) που κατέστρεψαν και την τελευταία υποψία οικονομικής υποδομής. Θρήνησε με το τραγούδι του έναν διαψευσμένο έρωτα, για την ακρίβεια την απιστία της τρίτης του γυναίκας (το στόρι αποτέλεσε και σενάριο ελληνικής ταινίας του 1960), αλλά άθελά του έδωσε και ένα μέτρο σύγκρισης με την προπολεμική Ελλάδα που, επτά χρόνια μετά τη δεύτερη χρεοκοπία της to 1932, μπορούσε να θρέψει έστω έναν παράνομο έρωτα μ' ένα μπουκέτο γιασεμιά της μιας δραχμής. Τα οποία μάλιστα εύκολα ξεχνιούνταν πάνω στο τραπέζι- ένδειξη της μικρής ανέμελης χλιδής που απολάμβαναν οι ανυποψίαστοι για τη λαίλαπα που ερχόταν μικροαστοί των πόλεων.

Χάρη στις (α)φιλότιμες προσπάθειες αρκετών πολιτικών κατά καιρούς η δραχμή διασύρθηκε δεόντως. Και σε προεκλογικές εκστρατείες με εκείνο το ασύστολα δημαγωγικό και κινδυνολιγικό της δεξιάς παράταξης: «αυτή η δραχμή είναι δική σου» στις εκλογές του 1964 που υποχρέωνε την Τράπεζα της Ελλάδας να πουλά χρυσές λίρες για να συγκρατήσει την τιμή της. Και όταν την αφήναμε στην άκρη, δυστυχισμένη σαν πρωταγωνίστρια ελληνικής ασπρόμαυρης ταινίας για το καινούριο και γυαλιστερό Ευρώ (πόση λιγούρικη συμπεριφορά τότε  όταν πιάναμε τα καινούρια νομίσματα στα χέρια μας για πρώτη φορά). Τώρα κάποιοι απατεώνες, τάχα μου τη θέλουν πίσω, σαν φθηνό σφουγγάρι, μόνο και μόνο για να απορροφήσει τα παχιά και ασυγκράτητα χρέη τους. Και όμως πρόκειται για οντότητα και όνομα βαριά σε ό,τι έχει σχέση με την ιστορία (ακόμη και σήμερα κράτη όπως το Μαρόκο και τα Εμιράτα ονομάζουν το νόμισμά τους ντιρχάμ, από το ελληνικό δραχμή ή το δίδραχμο).

Η δραχμή μας έχει τη ρίζα της στο ρήμα δράττω, που σημαίνει «αδράχνω» και αν ήθελες να τη ...;  χαλάσεις έπρεπε να πάρεις 6 οβολούς. Τι σχέση έχουν το δράττω με τον οβολό; Το καταλαβαίνεις στο Νομισματικό Μουσείο, όταν σου δείξουν τον οβολό. Και έκπληκτος διαπιστώσεις πως ήταν μια σιδερένια σούβλα. Και οι 6 οβολοί ήταν όσους μπορούσε να αδράξει στην παλάμη του ένας άντρας της εποχής! Πολύ σοφά  ελληνική κυβέρνηση το 1833 ονόμασε το εθνικό νόμισμα δραχμή θέλοντας να συνδέσει το νεοσύστατο κράτος με την αρχαιότητα.

Το μελαγχολικό άσμα του Αττίκ - εμβληματικού και εξαίσια μελωδικού εισαγωγέα του πολιτισμικού ευρωπαϊσμού στην Ελλάδα - δεν προσφέρεται φυσικά ως δείκτης τιμών καταναλωτή της προπολεμικής (και μετα-πτωχευτικής) Ελλάδας. Ωστόσο, είναι ίσως ο πρώτος στίχος που φέρνει ο συνειρμός αυτής της εφιαλτικής νοσταλγίας της δραχμής η οποία ενέσκηψε σαν πανικός και δίνη σπερμολογίας για επιστροφή στο παλιό μας νόμισμα

Η τυχόν επιστροφή σε αυτήν δεν θα ξανακάνει έστω ένα μάτσο γιασεμιά να πωλείται από ταλαιπωρημένα παιδάκια 1 δραχμή. Πρόκειται για ουτοπία. Με μια δραχμή θα παίρνεις άντε έν πασατέμπο και μ' αυτόν θα πρέπει να περάσεις μια ώρα τουλάχιστον. Και πού είστε, έχει φθάσει να τυπώσει η Ελλάδα και χαρτονόμισμα αξίας 144 δισεκατομμυρίων δραχμών.



 του Άλκη Γαλδαδά & Κιμπι